make up



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: make up, makeup

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make [sth] up vtr phrasal sep informal (invent, imagine)σκαρφίζομαι ρ μ
  επινοώ ρ μ
 You should be a writer, you make up such interesting stories.
 Θα πρεπε να είσαι συγγραφέας, σκαρφίζεσαι τόσο ενδιαφέρουσες ιστορίες.
make [sth] up vtr phrasal sep (assemble, put together) (συνήθως με εργαλεία)συναρμολογώ ρ μ
  (βάζω πράγματα μαζί)συνθέτω ρ μ
  (πιο απλά)φτιάχνω ρ μ
 The Red Cross made up emergency kits for the earthquake victims.
 Ο Ερυθρός Σταυρός έφτιαξε κουτιά έκτακτης ανάγκης για τα θύματα του σεισμού.
make [sth] up vtr phrasal sep (comprise)αποτελώ ρ μ
  συνθέτω ρ μ
  (εγώ ο ίδιος)αποτελούμαι από ρ αμ + πρόθ
 The cast was made up of amateurs.
 Ερασιτέχνες συνέθεταν το καστ.
 Το καστ αποτελούταν από ερασιτέχνες.
make up vi phrasal informal (be reconciled) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)τα βρίσκω, τα ξαναβρίσκω έκφρ
  συμφιλιώνομαι ρ αμ
 We had an argument, but later we kissed and made up.
 Είχαμε μια διαφωνία, λίγο μετά όμως φιληθήκαμε και τα ξαναβρήκαμε.
make up with [sb] vi phrasal + prep informal (be reconciled) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)τα βρίσκω με κπ περίφρ
  συμφιλιώνομαι με κπ ρ αμ
 I haven't made up with Alex yet after yesterday's fight.
 Δεν τα βρήκα ακόμη με τον Άλεξ μετά τον χτεσινό καβγά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
makeup,
also UK: make-up
n
(cosmetics) (προϊόντα)καλλυντικά ουσ ουδ πλ
  (βάψιμο προσώπου)μακιγιάζ ουσ ουδ άκλ
 She carries every kind of makeup in her handbag.
 Κουβαλά κάθε είδους καλλυντικά στην τσάντα της.
makeup,
also UK: make-up
n
(constitution, composition)σύνθεση, σύσταση ουσ θηλ
 The makeup of the committee should reflect its membership.
 Η σύνθεση της επιτροπής πρέπει να αντικατοπτρίζει τα μέλη της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
make up | makeup
ΑγγλικάΕλληνικά
make up for [sth] vtr phrasal insep (compensate)επανορθώνω για κτ ρ αμ + πρόθ
 She made up for being rude to me yesterday by inviting me out for coffee.
 Για να επανορθώσει για τη χθεσινή αγενή συμπεριφορά της μου πρότεινε να πάμε για καφέ.
make up for [sth] vtr phrasal insep (counter, outweigh)αντισταθμίζω ρ μ
 He'll never be able to make up for his lack of natural ability.
 Δεν θα μπορέσει ποτέ να αντισταθμίσει την έλλειψη έμφυτου ταλέντου.
make up to [sb] vtr phrasal insep US, informal (fawn)καλοπιάνω ρ μ
  (αργκό, μεταφορικά)γλείφω ρ μ
  (αργκό, μεταφορικά, χυδαίο)κωλοτρίβομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
 That guy makes me sick; he's always making up to the boss.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
make up | makeup
ΑγγλικάΕλληνικά
kiss and make up v expr informal, figurative (be reconciled) (μεταφορικά)τα ξαναβρίσκω έκφρ
 The pair kissed and made up after a nine-year feud.
make up for lost time v expr (compensate for past inaction)αναπληρώνω το χαμένο χρόνο έκφρ
  (για να προλάβω)κερδίζω το χαμένο χρόνο έκφρ
 Her father made up for lost time by buying her lots of presents.
make up your mind v expr informal (decide)αποφασίζω ρ αμ
  παίρνω μια απόφαση περίφρ
 Are you coming with me or not? Make up your mind!
 Θα έρθεις μαζί μου ή όχι; Αποφάσισε!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'make up' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση make up στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «make up».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!